νέο μουσείο ακρόπολης
Όταν τα φώτα σβήσανε, η γιορτή σταμάτησε και άρχισε η μουρμούρα.
Διαβάζουμε δύο άρθρα στην καθημερινή, ένα εκ των έσω [μουσείο] και ένα όχι [πόλη]. Δύο άρθρα που έχουν να κάνουν με αρνητικές πτυχές του νέου, λαμπερού μας μουσείου, με την ελεύθερη είσοδο μέχρι το τέλος της χρονιάς αυτής, αρνητικές πτυχές όχι του αρχιτεκτονικού σχεδιασμού, της επιλογής υλικών, της μουσειολογικής πρότασης, αλλά τέτοιες που έχουν να κάνουν με την χωροθέτηση, την τοποθέτηση, την ελληνική (μη) κουλτούρα, την ασυνεννοησία μεταξύ αρχών, αρμοδίων και άλλων.
Το πρώτο με πρωταγωνιστή τον πρόεδρο του δ.σ. του μουσείου, καθηγητή κ. Παντερμαλή, που σχολιάζει “την επιμονή ορισμένων να φτάσουν στο Μουσείο με το αυτοκίνητό τους”, “τις θλιβερές εικόνες με εκατοντάδες παρατεταγμένα Ι.Χ. επί της Διονυσίου Αρεοπαγίτου κατά τη διάρκεια ιδιωτικών εκδηλώσεων στο εστιατόριο του Μουσείου”, όπου σύμφωνα με τα λεγόμενά του οι διοργανωτές των εκδηλώσεων “έχουν καταφέρει να πάρουν άδεια από την Τροχαία”, παρά την ύπαρξη στο δ.σ. του δημάρχου των αθηνών, νικήτα κακλαμάνη. Που συνεχίζει θίγοντας το θέμα “της στάθμευσης των τουριστικών λεωφορείων”, που δεν είχε (προφανώς) μελετηθεί, δεν είχε συμπεριληφθεί στον σχεδιασμό, δεν υπήρχε καν ως ενδεχόμενο όταν πραγματοποιούνταν η μελέτη της ΕΑΧΑ για την οδό Διονυσίου Αεροπαγίτου, και ενώ θεωρητικά το οικόπεδο του μουσείου ήταν πάντα αυτό, μόνο ο διαγωνισμός (ο τελικός) και το κτίριο έλειπαν.
Μιλάει τέλος για θέμα ευπρεπισμού της περιοχής και για την ύπαρξη μικροπωλητών, λες και πρόκειται για θέματα που υπάρχουν μόνο μπροστά στο μουσείο, δεν είναι η καθημερινότητα και η αρχιτεκτονική πραγματικότητα όλης της πρωτεύουσας, οπότε χαίρεται που ορισμένοι κάτοικοι πλησίον του μουσείου αρχίζουν να ασχολούνται για πρώτη φορά μετά την κατασκευή της (πολυ)κατοικίας τους, με την (γκριζαρισμένη από τα γεράματα) όψη της, και δεν προβληματίζεται με το γιατί αυτό δεν αποτελεί γενικότερη πρακτική.
Το δεύτερο, από τον δημήτρη ρηγόπουλο, όπου στην ουσία ασχολείται με τα ίδια θέματα, την αλλαγή του προσώπου της περιοχής ανάμεσα σε περιπτώσεις εκδηλώσεων και σε απλές καθημερινές μέρες, καθώς “άνδρες της Ελληνικής Αστυνομίας περιπολούν πεζή, ούτε μισό πούλμαν στην Αμαλίας, ένας – δύο πλανόδιοι μικροπωλητές θα υποχρεωθούν πολύ σύντομα να εγκαταλείψουν τα πόστα τους τρέχοντας. Είναι λίγο σαν να έχεις προσγειωθεί σε ελβετικό καντόνι, τα πάντα αστράφτουν” μέχρι να συνειδητοποιήσει η τάξη οφείλεται στην εμφάνιση “μπροστά στα μάτια μας της οικογένειας Καραμανλή. Μια μικρή κουστωδία συνεργατών και προσωπικής ασφάλειας τους ακολουθεί. Κάποιοι χειροκροτούν τον (πρώην) πρωθυπουργό”, ενώ καθημερινά “οι μικροπωλητές δημιουργούν μια νοητή γραμμή. Το τουριστικό τρενάκι αποβιβάζει αναψοκοκκινισμένους πελάτες. Η αισθητική της αφετηρίας ξεπερνάει κάθε φαντασία. Για λίγα δευτερόλεπτα νομίζεις ότι είσαι στο Αγκίστρι και περιμένεις το καΐκι. Λίγο πιο κάτω, στην Μακρυγιάννη, μια άμαξα με άλογο ετοιμάζεται για μια ακόμα βόλτα”.
Αναφέρεται ωστόσο και σε γεγονότα που ο ίδιος κρίνει ως θετικά, μιλώντας για την αναβάθμιση της περιοχής, κυρίως της σύνδεσης μέσω πλάκας με το σύνταγμα και το μοναστηράκι, “η οδός Μακρυγιάννη έχει μεταμορφωθεί σ’ έναν τυπικά αθηναϊκό πεζόδρομο. Καφέ, εστιατόρια, καταστήματα που απευθύνονται στους πολλούς τουρίστες δημιουργούν μια ζωηρή, ευχάριστη ατμόσφαιρα από το πρωί μέχρι το βράδυ.”
Related Posts: